Τότε… που ο Ντιέγκο Μαραντόνα υποκλίθηκε στον… θρύλο της Τούμπας
INFO
Εχουν περάσει 28 χρόνια και όσοι ΠΑΟΚτσήδες έζησαν εκείνες τις στιγμές θεωρούν τον εαυτό τους ευλογημένο. «Όταν οι θρύλοι ανταμώνουν, καταργούνται τα σύνορα και τα όρια».
Έξι Οκτωβρίου του 1988. Από το πρωί η συμπρωτεύουσα δείχνει… «ανήσυχη» (σχεδόν ανταριασμένη) αλλά και ευχάριστα αναστατωμένη, από έναν απρόσμενο ξεσηκωμό. Το γεγονός της άφιξης του κορυφαίου ποδοσφαιριστή του πλανήτη Ντιέγκο Μαραντόνα και της παρουσίας του στον επαναληπτικό αγώνα της ιταλικής Νάπολι με τον ΠΑΟΚ, ενεργεί σαν μια πυρίκαυστη διέγερση που προκαλεί παροξυσμό στους ποδοσφαιρόφιλους της πόλης και ιδιαίτερα στους έτσι κι αλλιώς «τρελαμένους», «φευγάτους» και παθιασμένους Παοκτσήδες εκείνης της εποχής.
Τυπικά αναφέρουμε ότι στο πρώτο παιχνίδι οι Ναπολιτάνοι νίκησαν με 1-0 και στον επαναληπτικό με το 1-1 (τα γκολ Καρέκα - Σκαρτάδος) πήραν και την πρόκριση. Και λέμε τυπικά γιατί στο περιθώριο αυτής της αναμέτρησης, που μαζί με την αντίστοιχη της παρουσίας του παγκόσμιου πρωταθλητή Άγιαξ καταγράφονται σαν οι δύο κορυφαίες ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις στην ιστορία του συλλόγου, συνέβησαν κάποια γεγονότα που θεωρούνται και κρίνονται άξια και ως εκ τούτου είναι υποχρέωση να αναφέρονται κάπου – κάπου σαν αναμνήσεις με επετειακές αναβιώσεις.
Ανάμεσα τους ξεχωριστή θέση όχι μόνο για τον ΠΑΟΚ, αλλά και για το ελληνικό ποδόσφαιρο έχει η τότε δήλωση του θρυλικού Ντιέγκο Μαραντόνα μετά τον αγώνα, όταν οι απεσταλμένοι των ιταλικών εφημερίδων, προφανώς εντυπωσιασμένοι από την φανταστική ατμόσφαιρα που δημιούργησαν οι ανεπανάληπτοι Παοκτσήδες, τον ρώτησαν πως αισθάνεται ο ίδιος και εάν στην καριέρα του έχει παίξει άλλη φορά σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Αμέσως με ειλικρίνεια και χωρίς να το πολυσκεφτεί ο θρυλικός Ντιέγκο, ρίχνοντας παράλληλα μια ματιά στην κοχλάζουσα Τούμπα απάντησε: «Ναι έχω παίξει σε πολλές μεγάλες έδρες, αλλά σαν αυτήν εδώ όχι».
Εκστασιασμένος χαρακτήρισε σαν την κορυφαία έδρα, μέχρι εκείνης της στιγμής τουλάχιστον, που είχε ζήσει σαν ποδοσφαιριστής. Έξι Οκτωβρίου του 1988 και η ιστορική δήλωση του κορυφαίου ποδοσφαιριστή του πλανήτη μοιάζει με μια χρυσή υπογραφή και με μια βαθιά υπόκλιση στον θρύλο του Παοκτσήδικου ποδοσφαιρικού «ναού».
Ξέχωρα βέβαια από αυτή την ιστορική (το επαναλαμβάνουμε) δήλωση συνέβησαν και άλλα πολύ εντυπωσιακά εξωαγωνιστικά, που αφορούσαν τόσο την οργάνωση από πλευράς επίσημου ΠΑΟΚ, αλλά και την προσπάθεια των εκατοντάδων χιλιάδων φίλων του, ιδιαίτερα της ασπρόμαυρης επαρχίας, τα οποία κατά κάποιο τρόπο αποτέλεσαν και το ιδανικό κάδρο για να κορνιζαριστεί η δήλωση του Ντιέγκο. Ανάμεσα σε αυτά είχαμε ένα γεγονός που οι πρωταγωνιστές του – λόγω σεμνότητας – θέλησαν να μην περάσει στη δημοσιότητα.
Αναφερόμαστε στην περίπτωση των αείμνηστων ευεργετών του ΠΑΟΚ αδερφών Δεδέογλου, Γιάννη και Θανάση – εκ των οποίων ο πρώτος ήταν και πρόεδρος του Δικέφαλου τότε - και είχε σχέση με τη διακόσμηση της Τούμπας και τον εφοδιασμό των προσερχομένων με ασπρόμαυρες σημαίες. Τα δυο αδέρφια σταμάτησαν την παραγωγή του εργοστασίου τους (κορυφαίας επιχείρησης των Βαλκανίων) και ζήτησαν από το προσωπικό – κάποιες εκατοντάδες εργατών – να ασχοληθούν με την κατασκευή χιλιάδων ασπρόμαυρων σημαιών, οι οποίες θα διακοσμούσαν περιμετρικά ολόκληρο το γήπεδο, αλλά και θα εφοδίαζαν τους προσερχόμενους στον αγώνα Παοκτσήδες.
Ο «ναός» λοιπόν σημαιοστολίστηκε και φωταγωγήθηκε όπως έπρεπε για να υποδεχθεί την αρμάδα του Ντιέγκο, θαρρείς και ήθελε αυτή η συγκλονιστική και ιστορική δήλωση, να μπει στο κατάλληλοι πλαίσιο. Όμορφες ασπρόμαυρες αναμνήσεις και ιστορικές καταξιώσεις, που γέμιζαν και γεμίζουν με περηφάνια τους εκατοντάδες χιλιάδες των φίλων του πρόσφυγα ΠΑΟΚ. Λέγεται ότι οι εποχές αλλάζουν, αλλά οι αρχές όχι. Δεν ξέρουμε τελικά τι μπορούμε να πούμε ότι ισχύει σήμερα για τον ΠΑΟΚ. Πλην όμως οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ο ΠΑΟΚ εκείνης της εποχής, μας έκανε όλους εμάς που τον ζήσαμε να νιώθουμε πραγματικά ευλογημένοι. Μάλλον κάτι τέτοιο ήθελε να μας πει και ο μεγάλος Μαραντόνα με τη δήλωση του, που αφορούσε την θρυλική Τούμπα και την ατμόσφαιρα της.
ΥΓ: Μας κούρασε ο Αλέξης με τις αμέτρητες και ατέλειωτες «πιρουέτες» του. Θεωρείται ο πλέον… ευέλικτος, αλλά και εύπλαστος παράγοντας του ελληνικού ποδοσφαίρου.