Το απομεσήμερο ενός τολμήματος
Μας φυλάει, το νιώθουμε μέσα μας, το βλέπουμε γύρω μας. Για άλλη μια φορά άκουσα μοιρολάτρες με μοντέρνα (;) φιλοσοφία να λένε: «Tι να το κάνουμε το όραμα; Ξεπερασμένο! Τι χρειαζόμαστε το σύστημα κινήτρων και υποχρεώσεων;
Mε τόσο μεγάλη διαφορά τι θα κάνουν;». Και αναφέρομαι σε φιλάθλους γενικά. Του Ηρακλή φυσικά. Ισως πάλι και στους περισσότερους παίκτες του. Κρίνοντας από το τι ακούω καθημερινά, λόγω επαγγέλματος, αλλά βιώνοντας και συνολικά την ελληνική πραγματικότητα όπως όλοι μας, νιώθω θυμό για τις απίστευτες… εγκαταλείψεις που διαρκώς συμβαίνουν.
Δεν είναι παντού, δεν είναι για όλους, αλλά είναι από πολλούς, για πάρα πολλούς. Φόβητρο ο Ολυμπιακός και είναι αλήθεια. Είναι και οι περιστάσεις. Γύρω μας. Αδυνατούμε. Τρέμουμε. Και μπορεί να δεχόμαστε τελικά με το μισό μισθό, να ανεχόμαστε απαξιωτικές συμπεριφορές, να πνιγόμαστε στις υποχρεώσεις στερημένοι από δικαιώματα... Όμως τίποτα δεν κρατάει για πάντα. Το ίδιο και η βολική αίσθηση της μοναχικής ανημποριάς. Άλλο η ζωή όμως. Άλλο το ποδόσφαιρο. Ωραία είναι θεριό ανήμερο ο Ολυμπιακός.
Με πληθώρα καλών και ακριβοπληρωμένων παικτών. Ελα μωρέ τι θα κάνουν; Μα να αγωνιστούν. Όχι να υποταχθούν στο φόβο και τελικά στο μοιραίο. Να μη γίνουν έρμα. Διότι ο φόβος φυλάει τα έρμα που γίνονται έρμαιο των φόβων τους. Ο φόβος καλλιεργείται με σταθερούς μηχανισμούς, εμφανείς και αφανείς. Οι δεύτεροι είναι και οι πιο επικίνδυνοι, γιατί σε διαποτίζουν χωρίς να το καταλάβεις. Είναι και αυτοί. Οι ρεαλιστές. Τα ραδιόφωνα και οι έξυπνοί τους. «Δεν μπορούν». Ωραία λοιπόν. Αν είναι έτσι ας πάνε οι κυανόλευκοι στο «Καραΐσκάκης» για… βόλτα. Το να παρασύρονται από τη «μοίρα» τους και να παραδίδουν την ευθύνη ενός αγώνα σε εξωτερικούς παράγοντες είναι το μόνο εύκολο.
Το να ξεκαθαρίσουν τι πραγματικά τους φοβίζει, να το προσδιορίσουν, ψάχνοντας για λύσεις παράλληλα (σε συνεργασία με τον Παπαδόπουλος φυσικά) και τελικά να συνειδητοποιήσουν ότι το θεριό πέφτει συχνότερα σε παγίδες από ότι ένα έρμο και να τολμήσουν. Να πολεμήσουν, ακόμα και όταν έχουν μόνο τον εαυτό τους να αντιπαλέψουν – το πολυτιμότερο δηλαδή- για την τιμή της ομάδας και εν κατακλείδι του Ηρακλή, τη φανέλα του οποίου στο κάτω-κάτω φοράνε.