Το περιστατικό συνέβη την περασμένη εβδομάδα σε χώρο του λιμένα Θεσσαλονίκης. Εκεί βρισκόταν η 20χρονη φοιτήτρια του ΑΠΘ ως διερμηνέας, στο πλαίσιο της βοήθειας που παρέχει η κοινωνική οργάνωση υποστήριξης νέων «'Αρσις» στους πρόσφυγες που διαβιούν στο κέντρο φιλοξενίας του λιμένα της πόλης.
Σύμφωνα με τη δικογραφία, το επεισόδιο σημειώθηκε, όταν η νεαρή αλλοδαπή προκειμένου να «φρεσκαριστεί» χρησιμοποίησε χώρους υγιεινής που βρίσκονται σε ιδιωτικό χώρο των λιμενεργατών, και, όπως φάνηκε, προορίζονται αποκλειστικά για δική τους χρήση. «Μου είπε μην πας εκεί, με φώναξε και με έβρισε» ανέφερε η νεαρή Παλαιστίνια εξεταζόμενη από το δικαστήριο, δηλώνοντας έκπληξη για την «απαγόρευση», με δεδομένο ότι το προηγούμενο διάστημα χρησιμοποιούσε κανονικά τους συγκεκριμένους χώρους.
Η ίδια φαίνεται ότι ζήτησε να μάθει το λόγο που δεν επιτρέπεται η πρόσβασή της στο σημείο και τότε -όπως κατέθεσε η 20χρονη- ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε φραστικά με ρατσιστικούς χαρακτηρισμούς, λέγοντας μεταξύ άλλων τα εξής: «Να φύγετε από τη χώρα μας. Εσείς οι μουσουλμάνοι σκοτώσατε τους χριστιανούς».
Απολογούμενος, ο κατηγορούμενος λιμενεργάτης -που κατά δήλωσή του είναι υπεύθυνος χώρου βάρδιας- αρνήθηκε ότι χρησιμοποίησε τις συγκεκριμένες εκφράσεις, αποδίδοντας τους ισχυρισμούς της εγκαλούσας σε παρεξήγηση. «Είπα να φύγει από "το χώρο"», τόνισε, σημειώνοντας ανάμεσα σ' άλλα ότι τις προηγούμενες μέρες είχαν σημειωθεί κλοπές και «είχε παραγίνει το κακό». «Με αποκάλεσε κατ' επανάληψη ρατσιστή», κάτι που, σύμφωνα με όσα απολογήθηκε, τον προσέβαλε ως Έλληνα και χριστιανό, ενώ ο ίδιος απαντώντας στον παραπάνω χαρακτηρισμό ανέφερε ότι ρατσισμός είναι αυτό που συνέβη στη Μ. Ασία και σφαγιάστηκαν τόσοι πληθυσμοί.
Επικαλούμενος δε την ιδιότητα του ως αντιπροέδρου του Σωματείου Λιμενεργατών Θεσσαλονίκης τόνισε ότι πρωτοστάτησε στη συλλογή χρημάτων και ρουχισμού για τους πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν τον τελευταίο καιρό στο λιμάνι.
Ο εισαγγελέας της έδρας πρότεινε την απαλλαγή του κατηγορουμένου, εισήγηση που έγινε δεκτή από τον πρόεδρο του δικαστηρίου. Στην αγόρευσή του ο εισαγγελικός λειτουργός δεν δέχθηκε ότι στοιχειοθετείται το αδίκημα της εξύβρισης, ενώ, επιπλέον, τεκμηριώνοντας τη θέση αυτή ως προς το «ρατσιστικό κίνητρο», σημείωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν απευθύνθηκε προσωπικά στην καταγγέλλουσα, ενώ, ακόμη κι αν δεχόταν την πράξη, θεωρεί ότι ήταν δικαιολογημένη η αντίδρασή του, με δεδομένο το χαρακτηρισμό «ρατσιστή» που του απηύθυνε η μηνύτρια.