ΘΕΜΑ: «Ετσι νίκησε τον θάνατο!»
Γράφει ο Βασίλης Βλαχόπουλος
Μερικά εκατοστά χωρίζουν την ευτυχία από την απελπισία. Ενα χτύπημα από τα πολλά που επιφυλάσσει η ζωή, αποδείχθηκε αρκετό. Ο Φρεντερίκ Βάις είχε τα πάντα. Υγεία, το… αξίωμα του πρωτοκλασάτου αθλητή, λεφτά, ευτυχισμένη ζωή. Κι όμως, έφθασε στο σημείο της απόπειρας αυτοκτονίας.
Πηγαίνοντας στη Γαλλία, για την κάλυψη της δεύτερης φάσης του Ευρωμπάσκετ, ελπίζαμε ότι θα συναντούσαμε τον Γάλλο γίγαντα των 218 εκατοστών που κάποτε είχε φορέσει τη φανέλα του ΠΑΟΚ. Γνωρίζοντας την προσωπική ιστορία του, την οποία θα τη διαβάσετε στις παρακάτω σειρές. Εδώ και αρκετά χρόνια διατηρεί σχέσεις απόστασης από το μπάσκετ. Μαζί με την σύζυγό του Σέλια, διατηρούν μαγαζί ψιλικών αλλά κι ένα μπαρ στην πόλη Λιμόζ. Η διέξοδός του, έπειτα από μια εξαετία όπου ήταν εγκλωβισμένος σ’ έναν λαβύρινθο, βυθισμένος στις αυτοκαταστροφικές σκέψεις του.
«Είναι ανεπιθύμητος»
Γεννήθηκε στην πόλη Τιονβίλ, βρίσκεται στα σύνορα της Γαλλίας με το Λουξεμβούργο. Παρά το επιβλητικό ανάστημά του, ως χαρακτήρας είναι πιο εύθραυστος και από τις περίφημες πορσελάνες της Λιμόζ, στην μπασκετική ομάδα της οποίας έκανε σπουδαία καριέρα. Το 1999 επιλέχθηκε στον πρώτο γύρο του ντραφτ από τους Νιου Υόρκ Νικς.
Ο ίδιος πετούσε από τη χαρά του, αλλά ο ατζέντης του δεν του μετέφερε την αλήθεια. Μια ολόκληρη πόλη ήταν δυσαρεστημένη. Δεν τον ήθελε. Ο Βάις αντιλήφθηκε τα πάντα όταν χρειάστηκε να ταξιδέψει στη Νέα Υόρκη. Είδε… χλωμά πρόσωπα, παγωμένες αντιδράσεις που έδειχναν αντιπάθεια. Επηρεασμένος από την υποδοχή, δεν υπέγραψε το εγγυημένο συμβόλαιο 10.000.000 δολαρίων που υποχρεούνταν να του δώσουν οι Νικς. Χρόνια μετά παραδέχθηκε ότι… «έκανα μεγάλο λάθος». Η απόλυτη απομυθοποίηση στα μάτια των Νικς ήρθε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ (2000) όπου ήταν το θύμα του… καρφώματος του θανάτου. Πρόκειται για την περιβόητη φάση όπου ο Βινς Κάρτερ πήδηξε από πάνω του και κάρφωσε εντυπωσιακά στο καλάθι στον αγώνα των Η.Π.Α. με τη Γαλλία.
Η κατάθλιψη και το αλκοόλ
Για λίγους μήνες βρέθηκε στον ΠΑΟΚ, ακολούθησε η Ουνικάχα Μάλαγα, το 2000. Δύο χρόνια μετά έγινε πατέρας. Όλα έδειχναν φυσιολογικά, αλλά δεν ήταν. Οι κραυγές του μικρού Εντσο και η δυσκολία του στην επικοινωνία, κινητοποίησαν την οικογένεια. Η διάγνωση των ιατρών ήταν αυτισμός. Αδύναμος στη διαχείριση της ιδιαίτερης κατάστασης, «αφοσιώθηκε» στο αλκοόλ, δεν γυρνούσε στο σπίτι και ήταν από τους θαμώνες των μπαρ στη Μάλαγα, αργότερα στο Μπιλμπάο. Η συμπεριφορά του ανάγκασε τη σύζυγό του Σέλια να επιστρέψει στη Γαλλία, το 2004. Ο ίδιος βυθίστηκε στην κατάθλιψη.
Η Πρωτοχρονιά του 2008
Εχοντας αξιολογήσει λανθασμένα τη ζωή του, ανήμερα της Πρωτοχρονιάς του 2008 μπήκε στο αυτοκίνητο για να ταξιδέψει από το Μπιλμπάο στη Γαλλία. Είχε αποφασίσει να βάλει ένα τέλος στη ζωή του. Κατάπιε μια ντουζίνα υπνωτικά χάπια, αλλά νίκησε τον θάνατο. Ζαλισμένος από τη χρήση ουσιών, επικοινώνησε με τη σύζυγό του και με τη βοήθεια ενός φίλου, τού προσφέρθηκε ιατρική βοήθεια. Εκείνη την ημέρα ουσιαστικά αποφάσισε να σταματήσει το μπάσκετ. Να αρχίσει μια νέα ζωή. Επισήμως το έπραξε δύο χρόνια μετά. «Πλέον η μοναδική μου ενασχόληση με το μπάσκετ είναι η εργασία μου σε ραδιοφωνικό σταθμό όπου σχολιάζω αγώνες, κάποιες φορές πηγαίνω καλεσμένος σε τηλεοπτικά στούντιο κι αυτό μου αρκεί. Γενικότερα στη ζωή μου, δεν καπνίζω αλλά πουλάω καπνό και τσιγάρα», μας είπε. «Πέρασα μια πολύ δύσκολη κατάσταση, έπρεπε να βρω τον τρόπο να τη διαχειριστώ. Η ιδιαιτερότητα με τον γιο μου, η ζωή μου, οπότε το μπάσκετ πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Δεν ξέρω τι μπορεί να γίνει σε δύο χρόνια, αλλά τώρα απολαμβάνω τη ζωή μου», συμπλήρωσε.
«Η Ελλάδα είναι στην καρδιά μου»
Μία από τις πρώτες εικόνες που φαντάστηκε ο Φρεντερίκ Βάις, όταν συνήλθε από την απόπειρα αυτοκτονίας, ήταν ένα απλό σπίτι σε μια μαγευτική ελληνική παραλία. «Λατρεύω την Ελλάδα. Σχεδόν κάθε χρόνο επιλέγω των Ελλάδα για τις διακοπές μου. Πέρα από τις δυσκολίες που υπήρχαν στον ΠΑΟΚ εκείνη τη χρονιά, πραγματικά πέρασα όμορφα», είπε. Το κεφάλαιο «μπάσκετ» δεν έχει κλείσει. «Δεν βρήκα λόγους για να ασχοληθώ με το μπάσκετ, δε με ενθουσίαζε η ιδέα να γίνω προπονητής. Ισως δεν μου παρουσιάστηκε η κατάλληλη ευκαιρία.
Επί 20 χρόνια το μπάσκετ καθόρισε τη ζωή μου, ήθελα να την αλλάξω. Συνεχίζω να το αγαπώ, παρακολουθώ αγώνες, αλλά ήθελα να κάνω κάτι άλλο». Κι έτσι, όσοι πάτε στην πόλη Λιμόζ και συναντήσετε έναν γίγαντα σε μαγαζί που πουλάει (και) καπνό, μην τρομάξετε. «Όχι… Δεν τρομάζουν οι πελάτες μου. Είναι αλήθεια ότι πήρα αρκετά κιλά από τότε που έπαιζα μπάσκετ. Εξάλλου, είναι μια μικρή πόλη, όλοι γνωριζόμαστε. Βέβαια, έρχονται να αγοράσουν τσιγάρα, συνήθως όμως μου μιλάνε για την ομάδα, γενικότερα για το μπάσκετ», κατέληξε.