Τα κουρέλια τραγουδάνε
Μα γιατί χολοσκάτε; Μείναμε στην Ευρώπη. Και θα μας μείνουν μόνο τα ραπανάκια στη γλάστρα αντί για χρυσάνθεμα κι οι τοματιές αντί για τη γαρδένια, όπως τα μακαρόνια και τα ρύζια στα ντουλάπια, ιδέα των παππούδων (που ξάφνου έγιναν απαραίτητοι σε τέκνα και εγγόνια και δεν αραχνιάζουν πλέον στα ΚΑΠΗ) κυρίως να μην πεινάσουμε, διότι ως επιμένει ο Ζάχος κάτι ξέρουν αυτοί, όπως και ο ίδιος άλλωστε.
Γιατί χαμογελάτε λοιπόν; Ελπίζετε να σας δώσουν να φάτε και ας φτωχύνουν; Φίλοι μου, είναι απλό. Αυτοί που πεινούσαν, κι αυτοί που πεινάνε, απλά θα συνεχίσουν να πεινάνε. Πιο πολύ, φαντάζομαι δε γίνεται. Οι καλοταϊσμένοι θα συνεχίσουν να είναι χορτάτοι. Πιο πολύ, δε φαντάζομαι θα σκάσουν. Οι κονομημένοι, θα συνεχίσουν να τα κονομάνε. Πιο πολύ γίνεται, απλά ο φουκαράς, θα γίνει φουκαρότερος και του θαύματος κατευχαριστημένος. Οι ιθύνοντες, παντός καιρού και χρώματος, εξασφάλισαν το δάνειο και «ω Ελλάς, εσώθης» .
Βέβαια θα πετάξουν κανένα ψίχουλο στους πολύ κοντινούς τους, οι υπόλοιποι καλά θα περνάμε (στη φαντασία μας) και μετά τα νομοθετήματα που θα έχουν γίνει πλουσιότεροι, θα μας πούνε «συγνώμη, πληρώστε, για σας πήραμε το δάνειο» και φυσικά θα ξαναπληρώσουμε εμείς, θα τσεπώσουν ό,τι περισσέψει πάλι και θα ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς… χειρότερα.
Όπως πάντα. Κι όπως πάντα εμείς οι τρείς στον καφενέ ( του Πάρη ) τσιγάρο, πρέφα και καφέ και δε βαριέσαι αδελφέ. Οι κοπελιές του θα εξακολουθούν να προσελκύουν τα ναυάγια, τον συνταξιούχο χωροφύλακα, τον μονίμως διαμαρτυρόμενο εισοδηματία, τον πρόωρο συνταξιούχο του δημοσίου, τον όπου φυσάει ο άνεμος απόστρατο πάσης τάξεως, τον καθηλωμένο σε παλιές δόξες ποδοσφαιριστή, τον αμετανόητο οπαδό της όποιας ομάδας, τον απογοητευμένο εκ των γεγονότων ονειρευτή. Η επωδός «άκου τι σου λέει ο Ζάχος», θα διαφεντεύει τη διαλεκτική μας, εν ονόματι μιας λανθασμένης ιδέας παντογνωσίας και θέσης ,περί επιβίωσης, του βολέματος δια μιας πλαγίας επιλεγμένης οδού μέσω τρίτων, π.χ. του Μάνου.
Του όποιου Μάνου. Με βάση λοιπόν τα νέα δεδομένα και αφού με μπούσουλα αυτά πρέπει πλέον να πορευόμαστε, δεν πάνε στο διάτανο όλοι. Χίλια χρόνια Ηρακλής και αύριο όλοι στο Καυτανζόγλειο. Ε όχι και να σκάσουμε βρε αδελφέ. Κι όπως χρόνια τώρα επιμένω. « Ζωή είναι και θα περάσει». Και ως τέτοια, φευγαλέα πραγματικότητα δηλαδή, δεν αξίζει να την διακόψεις πηδώντας από το μπαλκόνι. Ε όχι δα.