Σούλης και πάλι Σούλης
Στην αχάριστη και αγνωμονούσα Ελλάδα, οι αξίες αναγνωρίζονται όταν γκριζάρουν τα μαλλιά, όταν πια τα πειστήρια είναι τόσο πολλά που διαλύουν κάθε απόπειρα αμφισβήτησης. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Σούλη Μαρκόπουλου.
Αισθάνθηκε την πανελλαδική αποδοχή πλησιάζοντας στα 60α του χρόνια, στα τέλη του 2008 (σ. σ. λόγω της πορείας του Αμαρουσίου). Στα χρόνια της προπονητικής νεότητας του, οι παράγοντες δεν τον έκριναν κατάλληλο για την ανάθεση μιας σπουδαίας δουλειάς, αν και είχε στο παλμαρέ του ένα Κύπελλο Κόρατς. Τούτο βέβαια είχε να κάνει με τον χαρακτήρα και τις πρακτικές του Μαρκόπουλου, ουδέποτε επιδίωξε να μπει σε κυκλώματα που προσφέρουν τις καλές δουλειές και την σύντομη καταξίωση.
Αφορμή για τα παραπάνω αποτέλεσε η αυθόρμητη και πλούσια σε παιδική αφέλεια παραδοχή του Ιταλού Τζεντίλε έπειτα από τον αγώνα του ΠΑΟΚ με τη Καντού. Ο… αθεόφοβος ο Σακριπάντι και οι παίκτες του δεν ήξεραν πώς είχε κερδίσει ο ΠΑΟΚ την ΑΕΚ, τρεις ημέρες πριν τον μεταξύ τους αγώνα. Στη Θεσσαλονίκη, εκτός του Αντρέα Ματσόν δεν υπήρξε συνεργασία με Ιταλό προπονητή. Ο Ματσόν λάτρευε το scouting διότι προέρχεται από τη σχολή Μεσίνα όπου η λεπτομερέστατη σκιαγράφηση του αντιπάλου αποτελεί βασικό κανόνα. Η ευρύτερη άποψη που επικρατεί για τους Ιταλούς προπονητής είναι πως λατρεύουν το… «όσα πάνε κι όσα έρθουν».
Παρόλο αυτά, επί σειρά ετών μας διακατείχε μια ξενομανία με ταυτόχρονη υποβάθμιση σε επίπεδο απαξίωσης των Ελλήνων προπονητών. Αυτή η κάκιστη νοοτροπία ανατράπηκε τα τελευταία χρόνια με τη βοήθεια των ξένων. Επιλέγοντας Έλληνες προπονητές και νιώθοντας δικαιωμένοι για τις αποφάσεις τους, αντιληφθήκαμε κι εμείς ότι οι Έλληνες ξέρουν σύγχρονους τρόπους προπόνησης, αξιολόγησης και σκιαγράφησης του αντιπάλου και φυσικά, ότι διαθέτουν την γνώση, την ικανότητα και το ανάστημα για να σταθούν στο υψηλό επίπεδο.
ΥΓ: Περισσότερες λεπτομέρειες μπορείτε να διαβάσετε στο σημερινό φύλλο της Metrosport, αλλά στη περίπτωση του Δέδα, μία ήταν η χαρακτηριστική φάση στον αγώνα με τη Καντού. Δεν είχε χρησιμοποιηθεί δευτερόλεπτο στο δεύτερο ημίχρονο κι όταν πάτησε στο παρκέ είχε ένα πλατύ χαμόγελο, λες και είχε γράψει τον επίλογο δίχως να ενημερώσει τους πρωταγωνιστές.