Άκρως αποκαλυπτικός είναι ο Λουίς Σουάρες στην αυτοβιογραφία του, αναφορικά με τη δαγκωματιά στον Κιελίνι και το θέμα της τιμωρίας του από την FIFA.
Ο Ουρουγουανός επιθετικός έχει πλέον αφήσει πίσω του όλη την πικρή ιστορία που εκτυλίχθηκε στο Μουντιάλ της Βραζιλίας, όταν και δάγκωσε τον Ιταλό αμυντικό στην αναμέτρηση της εθνικής ομάδας της πατρίδας του απέναντι στην Ιταλία.
«Έκανα λάθος και το παραδέχομαι... Ήταν η τρίτη φορά που το έκανα και προφανώς χρειαζόμουν βοήθεια για να σταματήσω και να συμμορφωθώ» αναφέρει ο Σουάρες στο βιβλίο του, για να σχολιάσει χαρακτηριστικά πως:
«Μου συμπεριφέρθηκαν χειρότερα και από εγκληματία οι ποδοσφαιρικές αρχές... Ο κόσμος μιλάει για εμένα σαν να είμαι πρόβλημα, αλλά ευτυχώς κανείς από τους συμπαίκτες μου δεν πιστεύει το ίδιο. Η Μπαρτσελόνα με εμπιστεύθηκε και είμαι ευγνώμων προς όλους τους ανθρώπους της ομάδας. Μάλιστα, στην πρώτη μου προπόνηση, ο Λουίς Ενρίκε μας είχε μαζέψει όλους και είπε “επιτέλους άφησαν τον Λουίς από... τις φυλακές του Γκουαντάναμο και τον έχουμε πλέον μαζί μας».
Την περίοδο που ακολούθησε το περιστατικό, μέχρι και την επιστροφή του στη δράση, η ζωή του εκτυλίσσονταν υπό άκρα μυστικότητα,
«Έπρεπε να προσέχω όλη την ώρα μη με δουν παπαράτσι ή κάποιος τυχαίος βγάλει μια φωτογραφία που να αποδεικνύει ότι κάνω κάτι σχετικό με το ποδόσφαιρο... Στις διαπραγματεύσεις με τη Μπαρτσελόνα, όλα έπρεπε να γίνουν στα κρυφά! Ακόμα και η υπογραφή του συμβολαίου δεν έπρεπε να γίνει δημόσιο θέμα. Ακόμα και όταν επισκεπτόμουν τους γονείς της γυναίκας μου, έφυγα κρυμμένος σε αυτοκίνητο»!
Τέλος δεν παρέλειψε να αναφερθεί στον Στίβεν Τζέραρντ, ο οποίος το καλοκαίρι του 2013 του είχε δώσει μία συμβουλή που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μεταγραφή του στους «μπλαουγκράνα». «Θα είχα κάνει τεράστιο λάθος αν δεν τον είχα ακούσει και είχα φύγει. Μου είχε πει να μείνω ακόμα έναν χρόνο στη Λίβερπουλ και αν συνεχίσω να παίζω τόσο καλά, θα έρθουν να με ζητήσουν ομάδες όπως η Ρεάλ, η Μπάγερν και η Μπαρτσελόνα. Όταν πήγα φέτος να μαζέψω τα πράγματά μου από το προπονητικό της Λίβερπουλ, το συζητήσαμε ξανά και μου είπε “έκανες το σωστό...”».