Παπακωνσταντίνου: «Η γενιά μου τα έκανε σκατά» (VIDEO)
Δεν κρατά αποστάσεις από την αλήθεια. Στηλιτεύει τη δική του γενιά. Αφουγκράζεται τη νέα. Τα βάζει με τα Μ.Μ.Ε. που γίνονται Μέσα Μαζικής Υπνωσης. Βλέπει το “Wall” των “Pink Floyd”, να είναι πάλι εδώ. Μιλά για χρηματολάτρες και διεθνείς ληστές. Διακρίνει μέσα στους ανθρώπους κομμάτια ρατσισμού, αυταρχισμού και εγωπαθούς εγωισμού. Τονίζει την ανάγκη να γυρίσουμε στους ποιητές μας, αναφέρεται σε “τοπικές κυβερνήσεις που δεν παίζουν κανέναν ρόλο”, μιλά για την Ελλάδα στις κερκίδες.
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΓΚΟΣ
Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου με τα δικά του όπλα, όλα αυτά τα 40 χρόνια πορείας στη μουσική. Το τραγούδι, τη διαχρονικότητα των νοημάτων στους στίχους, την αμεσότητα της επαφής με τον κόσμο, το δικό του παρών. Μίλησε στο Metropolis 95.5 και στην εκπομπή “Η Πλάκα Τέλος” χωρίς διάθεση να κρυφτεί σε θέματα που ο ίδιος βάζει στην κριτική του. Κι είναι η εποχή τέτοια που το κάνει ακόμη πιο αναγκαίο όλο αυτό.
"Οι εποχές επιτάσσουν και είναι απαραίτητο να γυρίσουμε λίγο στην ανθρώπινη μας πλευρά, στους ποιητές μας. Τους ποιητές μας τους έχουμε ξεχάσει αλλά είναι οι μόνοι που παραμένουν ανέγγιχτοι από τους χρηματολάτρες, τους διεθνείς ληστές”.
Για να γίνεις σήμερα γνωστός θα πρέπει να έχεις, αν είσαι άνδρας, κοιλιακούς, αν είσαι γυναίκα, μπούτια. Αυτό, μετά το είπανε τραγούδι
Είναι ο Παπακωνσταντίνου που ο κόσμος θα τον φωνάξει απλώς, “Βασίλη”, γιατί έτσι τον νιώθει. Κοντά. "Δεν ήθελα να κάνω καριέρα. Είναι μια πορεία ζωής αυτά τα 40 χρόνια που είμαι στη δισκογραφία και μέσα στα σπίτια των ανθρώπων με τη φωνή μου. Να βρίσκω υλικό και να εκφράζομαι, εγώ κατ’ αρχάς. Δεν θέλω να κάνω μάθημα και να διδάξω κανέναν άλλον. Απλώς θέλω να εκφράζω τους άλλους, αφού πρώτα εκφραστώ εγώ”, λέει.
Δεν μπορεί να μη σταθεί απέναντι στα… “κριτήρια" που κάποιοι σήμερα βάζουν στο τραγούδι και στους τραγουδιστές. “Για να γίνεις σήμερα γνωστός θα πρέπει να έχεις, αν είσαι άνδρας, κοιλιακούς, αν είσαι γυναίκα, μπούτια. Αυτό, μετά το είπανε τραγούδι. Δεν έχει καμία σχέση και να με συγχωρούν διάφοροι συνάδελφοι. Υπάρχουν βέβαια, και οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Μπορεί να βρεις αριστουργήματα μέσα σε όλο αυτό το πράγμα αλλά είναι πολύ σπάνιο. Είναι η εξαίρεση του κανόνα. Δεν με ενδιέφερε ποτέ αυτή η πορεία. Με τον τρόπο μου και τα τραγούδια μου εκ των πραγμάτων, στέκομαι απέναντι. Δεν το ζηλεύω, με ενοχλεί όμως, η έλλειψη καλλιέργειας, η έλλειψη πολιτισμού”.
“Η δικιά μου γενιά τα έκανε σκατά"
Δεν κρατά αποστάσεις από τις δικές του αλήθειες. Ακόμη κι αν πρόκειται να μιλήσει για τη δική του γενιά. Δεν το βάζει στο πλαίσιο της Ελλάδας μόνο αλλά παγκοσμίως. Σκέφτεται το Wall των Pink Floyd όταν φέρνει στο μυαλό του τα νέα παιδιά, “εκείνα τα φιλότιμα”, όπως -μεταξύ άλλων- λέει.
"Η δική μου η γενιά, σαφώς τα έκανε μαντάρα. Σκατά τα έκανε. Μην ξεχνάς ότι κυβερνάει παγκόσμια η ηλικία μου. Στα σημερινά παιδιά, υπάρχουν τα παρασυρμένα παιδιά από το life style που προβάλλεται ανελέητα στη ζωή μας μέσα από τα Μέσα Μαζικής Υπνωσης και από την άλλη πλευρά είναι τα παιδιά, εκείνα τα φιλότιμα που ακόμη κάνουνε παρέες, τσακώνονται, ερωτεύονται, κλαίνε, φωνάζουν, γελάνε. Αυτά τα παιδιά τα ευαίσθητα είναι κρίμα να φεύγουν και να πηγαίνουνστο εξωτερικό, μην έχοντας κανένα όραμα, κανέναν στόχο, κανέναν σκοπό εδώ", λέει και προσθέτει: “Δηλαδή, τους έχουνε βάλει έναν τοίχο μπροστά, σαν το “Wall" των Floyd και δεν λέει να γκρεμιστεί αυτός ο τοίχος. Δηλαδή, είναι ένα ακόμη τούβλο στον τοίχο, το κάθε παιδί”.
Στα σημερινά παιδιά, υπάρχουν τα παρασυρμένα παιδιά από το life style που προβάλλεται ανελέητα στη ζωή μας μέσα από τα Μέσα Μαζικής Υπνωσης και από την άλλη πλευρά είναι τα παιδιά, εκείνα τα φιλότιμα που ακόμη κάνουνε παρέες, τσακώνονται, ερωτεύονται, κλαίνε, φωνάζουν, γελάνε
“Τα συμφέροντα των αφεντικών τους"
Μιλά για την τέχνη που προηγείται της πολιτικής σκηνής και για κυβερνήσεις που εξυπηρετούν τα συμφέροντα των αφεντικών τους: "Θα ήθελα να διαχωρίσουμε την πολιτική σκηνή από την τέχνη και τους πνευματικούς ανθρώπους. Νομίζω ότι η τέχνη προηγείται και οι ηγέτες έχουν χρέος να την ακολουθήσουν. Να τη νιώσουν πρώτα και μετά να την ακολουθήσουν. Και να παρασύρουν μαζί τους και τους ανθρώπους. Οι σημερινοί ηγέτες δεν είναι κάτι σημαντικό, είναι ηγέτες κατά συνθήκη. Ας πούμε, οι κυβερνήσεις των κρατών πλέον είναι θλιβεροί λογιστές οι οποίοι εξυπηρετούν τα συμφέροντα των αφεντικών τους που δεν είναι πάνω από 100 οικογένειες σε ολόκληρη την υφήλιο πια. Ετσι, δεν παίζουν κανένα ρόλο οι τοπικές κυβερνήσεις”.
Κάποια στιγμή του γίνεται η ερώτηση για το αν μετά από τόσα χρόνια στη μουσική σκηνή, υπάρχει απωθημένο. Λέει: “Ο Χατζιδάκις είναι ένα απωθημένο. Που δεν προλάβαμε -γιατί κάτι συζητούσαμε- να κάνουμε μια δουλειά και μου είχε πει να ενορχηστρώσω με έναν τρόπο σύγχρονο, δικά του τραγούδια. Και βλέπεις, τότε οι εταιρείες που τώρα φυτοζωούν, δεν μ’ άφησαν να πάω στον “Σείριο", την εταιρεία του Μάνου Χατζιδάκι να κάνουμε αυτό τον δίσκο. Μάλιστα, ο Μάνος ο Χατζιδάκις μου είπε ότι δεν πειράζει, όταν τελειώσει το συμβόλαιό σου, πριν υπογράψεις άλλο, θα κάνουμε αυτή τη δουλειά και εκεί ακριβώς δεν το προλάβαμε. Εφυγε…”
Η Ελλάδα στις κερκίδες
Είναι τόσα τα τραγούδια, τόσοι οι τίτλοι, τόσοι οι στίχοι που προχωρούν μαζί με τη διαχρονική αξία. Εκεί γύρω στο 1990, π.χ., η φωνή του Βασίλη ουρλιάζει στο “Ελλάς” και αναρωτιέται. “Τι θα γίνει φίλε μου με μας;”. Μιλά για “τα FM και τα κανάλια” που "έχουν σφίξει σαν τανάλια”, ψάχνει για… "το μεγαλείο που σου `μάθαν στο σχολείο” γιατί… "κι εγώ ξένος μετανάστης σου Ελλάς”. Και στους στίχους μεταφέρεται μια γηπεδική εικόνα. “Το πρωτάθλημα αρχίζει, η εξέδρα πλημμυρίζει, γίνεται χαμός σε κάθε γκολ. Mα το ντέρμπι είναι στημένο κι από πριν ξεπουλημένο κι εσύ πνίγεσαι με δίχρωμα κασκόλ”.
Ο αγροφύλακας, ο θυρωρός, ο οδηγός του λεωφορείου, οι πάντες νιώθουν εξουσία. Εκεί λοιπόν πρέπει να στρέψουμε λίγο την προσοχή μας και να γίνουμε εμείς αντιρατσιστές. Να βγάλουμε τον ρατσισμό που κρύβουμε μέσα μας, γιατί όλοι κρύβουμε ένα κομάτι ρατσισμού ή αυταρχισμού και εγωπαθούς εγωισμού
Αραγε τι διαφορετικό υπάρχει τώρα; Η κουβέντα πάει εκεί. Για τον κόσμο που εκτονώνεται στα γήπεδα. Ο Βασίλης λέει: "Φαντάζεσαι τα παιδιά που εκτονώνονται, είτε με τον χουλιγκανισμό, είτε με οτιδήποτε άλλο, να εκτονώντουσαν ουσιαστικά και αντί να είναι σε δράση κακού οπαδού, να ήταν σε δράση κοινωνική; Δεν θα έμενε τίποτε όρθιο. Αλλά έτσι είναι. Βλέπεις ότι οι φανατισμοί προβάλλονται και επιβάλλονται, με χιλιάδες έξυπνους τρόπους από το ίδιο το σύστημα”.
Στην κουβέντα μπαίνουν και τα χαιρετίσματα στην εξουσία. Και το κατά πόσο υπάρχει μία μορφή εξουσίας υπό την έννοια ότι το παθος το ανθρώπινο μπορεί να αλλάξει όποιον πάρει μια θέση. “Βεβαίως. Ο αγροφύλακας, ο θυρωρός, ο οδηγός του λεωφορείου, οι πάντες νιώθουν εξουσία. Εκεί λοιπόν πρέπει να στρέψουμε λίγο την προσοχή μας και να γίνουμε εμείς αντιρατσιστές. Να βγάλουμε τον ρατσισμό που κρύβουμε μέσα μας, γιατί όλοι κρύβουμε ένα κομάτι ρατσισμού ή αυταρχισμού και εγωπαθούς εγωισμού. Πρέπει εμείς να γίνουμε καλύτεροι για αυτό έχουμε ανάγκη τους ποιητές μας σήμερα”.
Με Θεοδωράκη, τώρα, 40 χρόνια μετά…
Ηταν πριν 40 χρόνια όταν ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου πήγε να βρει τον Μίκη Θεοδωράκη στο Παρίσι. "Ηταν το καλοκαίρι του ’74. Πήγα και του χτύπησα την πόρτα μαζί με δύο φίλους και του ζήτησα να με ακούσει. Μου είπε ότι έχω πολύ λίγο χρόνο στη διάθεσή μου, για δύο τραγούδια. Τελικά, κάθισα για ένα τρίωρο. Φώναξε και τη Μυρτώ, τη γυναίκα του και τα παιδιά του”.
Προσθέτει: "Ηταν και σημαδιακή η πρώτη μας συναυλία που έγινε στο Παρίσι. Στο διάλειμμα, μας ήρθε το μήνυμα ότι έπεσε η Χούντα στην Ελλάδα. Τότε ακριβώς ήτανε. Οταν γυρίσαμε πίσω, εκείνο το καλοκαίρι, συμμετείχα σε δύο δίσκους. Στον “Προδομένο Λαό” και στον “Εχθρό Λαό”. Το ένα ήταν ο Θίασος του Μάνου Κατράκη με την Αλίκη Βιουγιουκλάκη και το άλλο ήταν ο Κώστας Καζάκος με την Καρέζη. Αυτοί οι δίσκοι κυκλοφόρησαν. Ακριβώς μετά από δύο χρόνια έγινε ο πρώτος δίσκος που τραγουδούσα όλο τον δίσκο εγώ. Ηταν “Της Εξορίας”, πιο μετά”.
Ηταν και σημαδιακή η πρώτη μας συναυλία που έγινε στο Παρίσι. Στο διάλειμμα, μας ήρθε το μήνυμα ότι έπεσε η Χούντα στην Ελλάδα. Τότε ακριβώς ήτανε
Τώρα, στο 2014, 40 χρόνια αργότερα, έρχονται ξεχωριστές συναυλίες. Τραγουδά Μίκη Θεοδωράκη, με τον οποίον -ούτως ή άλλως- δεν χάθηκε ποτέ. Εγιναν ήδη δύο συναυλίες στο Ηρώδειο, στην Αθήνα, με τον κόσμο να πλημμυρίζει τον χώρο, Ερχεται στη Θεσσαλονίκη. Στη 1 Οκτωβρίου, στο Αλεξάνδρειο Μέλαθρο.
Συμπράττει επί σκηνής με τη δεκαμελή Λαϊκή Ορχήστρα «Μίκης Θεοδωράκης», παρουσιάζοντας μια ανατρεπτική συναυλία-γεγονός με κοινωνική ευαισθησία, μια βραδιά γεμάτη Ελλάδα, ελεύθερο και σκεπτόμενο πνεύμα, ενέργεια, συγκίνηση, νοσταλγική αλλά και επίκαιρη διάθεση.
Λέει για τον εαυτό του πως -ακόμη και τώρα, πριν βγει στη σκηνή- έχει άγχος και τρακ. "Και τώρα και όσο μεγαλώνουμε, σας πληροφορώ ότι μεγαλώνει, χειροτερεύει. Βέβαια, μετά από το δεύτερο, τρίτο τραγούδι, τα πράγματα μπαίνουν στη θέση τους και έτσι από εκεί έχουμε μία νέα αφετηρία. Αφού δω πώς ακούγομαι, πώς είναι ο ήχος, όλα αυτά κρατάνε περίπου δύο τραγούδια. Και μετά, σιγά-σιγά αρχίζουμε το κοινό ταξίδι, κοινό και πάλκο”.
Η ερώτηση έχει να κάνει με το πώς εισέπραξε ο Μίκης Θεοδωράκης τις συναυλίες; “Εχουμε συνέχεια επαφή και μου είπε ότι είναι ευτυχισμένος για αυτό. Αυτό είναι το μεγαλύτερο παράσημο”.