Ηταν γενναίος και νίκησε όλους τους «δαίμονές» του
Καθυπέταξε τα προβλήματα των βασικών απουσιών (ακόμη και αυτά της τελευταίας στιγμής) αλλά και το σοβαρότερο που αφορά τις αθλιότητες του Σιδηρόπουλου.
Οι «γνωρίζοντες» καλά το παρασκήνιο και τη διαιτητική πιάτσα και οι έχοντες… εμπειρίες και «δείγματα» της «ειδυλλιακής» σχέσης του χθεσινού ρέφερι, με την ομάδα του Περιστερίου, όπως είναι οι άνθρωποι του ΠΑΟΚ, οι οποίοι τον έζησαν στα παιχνίδια του μέσα στην Τούμπα κόντρα στον Ατρόμητο του κ. Σπανού, είχαν προβλέψει, οι μεν πρώτοι-δηλαδή οι γνώστες της πιάτσας- ότι ο Σιδηρόπουλος είχε τον τρόπο και διαθέτει και το ανάλογο θράσος για να «παίξει» και πάλι τους φιλοξενούμενους, οι δε δεύτεροι-δηλαδή οι άνθρωποι του ΠΑΟΚ- χωρίς να κρύβουν τους φόβους τους, διατηρούσαν την ελπίδα, ότι ο εκ μεταγραφής νησιώτης… Ωραιοκαστρινός, δεν θα επιβεβαίωνε, όλα όσα του καταμαρτυρούν. Δυστυχώς ο συγκεκριμένος διαιτητής αποδείχθηκε, ότι πλην των ειδυλλιακών σχέσεών του με το κατεστημένο και όσους το εκπροσωπούν (ΕΠΟ, Σούπερ Λίγκα, ΚΕΔ) αδιόρθωτος, αμετανόητος και ελεγχόμενος. Ετσι δεν απέφυγε τον «πειρασμό» προσφέροντας τις υπηρεσίες του σε συγκεκριμένους κύκλους «σαλατοποιώντας» το παιχνίδι και βραχυκυκλώνοντας τους γηπεδούχους, οι οποίοι μέσα στην ευφορία τους για το 2-0 είχαν διαγράψει παντελώς και δεν είχαν σταματήσει ούτε ένα δευτερόλεπτο μπροστά σε δύο πολύ σημαντικές και ενδεικτικές των προθέσεών του αποφάσεις.
Αφορούν στα δύο σκληρά και αντιαθλητικά τάκλιν πάνω στον Κάτσε τα οποία πέρασαν χωρίς κίτρινη κάρτα και στην« αβλεψία» του στο κλασικό και πασιφανέστατο πέναλτι που έγινε στην ανατροπή του Μακ.
Ηταν τα τρία πρώτα μηνύματα που κανείς δεν τα αξιολόγησε. Σχεδόν σε ολόκληρο τον αγώνα χρησιμοποιούσε τις κάρτες του μεθοδευμένα και στοχοποιημένα με προφανή σκοπό να τις χρησιμοποιήσει σα φονικό όργανο όπως ακριβώς έγινε στην περίπτωση του Βιτόρ. Ένα απλό φάουλ του έδωσε την ευκαιρία να αποβάλλει τον παίκτη, να ανατρέψει τις ισορροπίες και τον περίπατο του ΠΑΟΚ να τον μετατρέψει σε μία επικίνδυνη αποστολή. Ο Δικέφαλος όσο υπήρχαν ομαλές συνθήκες μέσα στο παιχνίδι ήταν σαφώς καλύτερη ομάδα, δύο κλάσεις πάνω από τους Αθηναίους, και ότι νίκησε δύσκολα αυτό οφείλεται στις αλχημείες του Σιδηρόπουλου. Οι Αθηναίοι έμοιαζαν ομαδούλα μπροστά του. Επιστρέφοντας στον τίτλο του σημειώματος και αιτιολογώντας τη γενναιότητα των νικητών είμαστε υποχρεωμένοι να αναφερθούμε στα προβλήματα απουσιών και τραυματισμών που αντιμετώπισε. Και στα οποία προσετέθη και ένα… «της τελευταίας στιγμής» με τον Δημήτρη Παπαδόπουλο. Ο οποίος αποκλείστηκε στο «παραπέντε» από την αποστολή. Στην προκειμένη περίπτωση νομίζουμε ότι η εμφανής έλλειψη εναλλακτικών λύσεων στο αβαθές ρόστερ του ΠΑΟΚ, καθιστά επιβεβλημένη μία διαφορετική διαχείριση παρομοίων καταστάσεων. Όχι ότι δε θα πρέπει να αντιμετωπιστούν αλλά ο τρόπος και ο χρόνος της επίλυσης να εξυπηρετεί πρωτίστως το συμφέρον της ομάδας. Αυτό με τη διευκρίνιση ποιο ακριβώς ήταν το λάθος που υπέπεσε ο επιθετικός του Δικέφαλου. Μένοντας στο παιχνίδι επαναλαμβάνουμε ότι ο ΠΑΟΚ ήταν πολύ καλύτερος και αποδείχθηκε γενναιόψυχος καθυποτάζοντας τους «δαιμονές» του. Τα προβλήματά του δηλαδή και τον αμετανόητο Σιδηρόπουλο. Κορυφαίοι παίκτες του: Ο Τζιόλης, ο, Ρατς, ο Σκόνδρας και ο Κάτσε.
Στο περιθώριο της αγωνιστικής θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στο σαββατιάτικο βραδινό παιχνίδι της Κρήτης. Ο ολυμπιακός του Μίτσελ, αντιμετώπισε τον Εργοτέλη του Δερμιτζάκη, τον οποίο και νίκησε στο 90ο λεπτό του αγώνα με ένα γκολ καραμπόλα και με τις γνωστές συνοπτικές διαδικασίες που επιστρατεύονται όταν δεν έρχεται εύκολα το τρίβαθμο. Με την αλάνθαστη δηλαδή και απόλυτα πετυχημένη-για πολλά χρόνια- συνταγή που υποχρεώνει τον εκάστοτε συνοδό διαιτητή της ομάδας των σκανδάλων να αναλαμβάνει ρόλο ψυχρού εκτελεστή όταν το απαιτούν οι δύσκολες συνθήκες. Ετσι ακριβώς συνέβη και το Σάββατο το βράδυ. Δυο προειδοποιητικές και θεατρινίστικες «βουτιές» του Ντουρμάζ προετοίμασαν το έδαφος για την τρίτη (του Γκαζαριάν) η οποία έστησε την μπάλα στη βούλα για την εκτέλεση της εσχάτης των ποινών. Με αυτόν τον τρόπο μία ομάδα που έμπαζε από παντού και που σώθηκε από θαύμα, γιατί εκτός από την κλασική παρέμβαση της σφυρίχτρας, οι γηπεδούχοι τη βοήθησαν να αποδράσει, χάνοντας τα άχαστα, πραγματοποιώντας 17 τελικές, εκ των οποίων οι 4 ήταν κλασικές ευκαιρίες. Ο Εργοτέλης έχασε μία μεγάλη και ιστορική νίκη. Σε αυτήν την αναμέτρηση αποτυπώθηκε για μία ακόμη φορά η ολοσχερής απαξίωση του θεσμού, με τη συνύπαρξη όλων των αρρωστημένων συνδρόμων του αγωνιστικού αλλά και του εξωαγωνιστικού παρασκηνίου μας.
Για το ρέφερι σαφέστατα θεωρείται δικαιολογημένη η σπουδή να αξιολογήσει σαν πέναλτι τη φάση του Πίτσου, γιατί θέλησε να μη ρισκάρει την πιθανότητα μιας νέας βουτιάς επιθετικού του Ολυμπιακού που θα του έδινε το δικαίωμα να αποφύγει τη μαρμάγκα, αν η ομάδα των σκανδάλων έφευγε με απώλεια βαθμών από την Κρήτη. Τώρα το πώς δεν είδε το γκρέμισμα του Γιουσούφ από το Μαζουακού μέσα στην περιοχή, (ολοκάθαρη περίπτωση πέναλτι), το δολοφονικό μαρκάρισμα πάνω στον Παυλίδη, είναι κάτι που μοιάζει σαν συνηθισμένη λεπτομέρεια σε παιχνίδια της ομάδας του λιμανιού. Στο παιχνίδι αυτό συνέβησαν όμως και δύο «γεγονότα» τα οποία κατά την προσωπική μας άποψη χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής. Το ένα αφορά την απουσία πέντε βασικών παικτών των γηπεδούχων (συμπεριλαμβανομένων και των δανεικών) και το άλλο το πλέον σημαντικό και αξιομνημόνευτο που έχει σχέση με την προσπάθεια που κατέβαλαν όσοι χρησιμοποιήθηκαν από τον Παύλο Δερμιτζάκη. Ολοι τους έπαιξαν και διεκδίκησαν με πάθος τη νίκη. Κάτι τέτοιο δεν το ήθελε ο Κουτσιαύτης, η ιδέα και μόνο τον τρομοκρατούσε. Του προκαλούσε ρίγος. Ασορτί όμως με τα «πεπραγμένα» του ρέφερι και ο σχολιασμός της αναμέτρησης όταν την περίπτωση του Μαζουακού (με Γιουσούφ) την προσπερνάς «δουλικά» και «χοντρόπετσα»…. εκποιείς -αν δεν ξεπουλάς- κάποια πράγματα που οφείλεις σε αυτούς που είσαι υποχρεωμένος να τους ενημερώνεις αντικειμενικά.