Η «βασίλισσα» του χιονιού (pics)
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΣΟΦΙΑ ΑΛΑΤΖΑ
Ακολούθησε τα χνάρια των γονιών της, καθώς και οι δύο ήταν χιονοδρόμοι για πολλά χρόνια στο σκι δρόμων αντοχής και στο δίαθλο, με τον πατέρα της, Θανάση Τσακίρη, να είναι ένας από τους κορυφαίους Έλληνες αθλητές στα χειμερινά σπορ.
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Δράμα, έχοντας έντονες εικόνες από χιονισμένα βουνά και μαγευτικά - κάτασπρα τοπία. Η οικογενειακή επιχείρηση με ενοικιάσεις σκι και σνόουμπορντ, την έφερε ακόμη πιο κοντά σε αυτό το άθλημα, μάλιστα από την ηλικία των 3 ετών. Η έντονη επιθυμία της να ασχοληθεί με τον αθλητισμό, ήταν ο λόγος που σπούδασε με μεράκι, στη Γυμναστική Ακαδημία, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Η αρχή έγινε στα 14 της χρόνια, όταν αποφάσισε να δοκιμάσει το σκι δρόμων αντοχής, φυσικά με προπονητή τον ίδιο τον πατέρα της. Η ίδια ομολογεί πως όταν ξεκίνησε, δεν της άρεσε τόσο, ενώ προτιμούσε μόνο το αλπικό σκι και τη διασκέδαση με φίλους. Τα σχολικά της χρόνια ήταν ευχάριστα, καθώς είχε άριστες επιδόσεις τόσο στα μαθήματα, όσο και στις ξένες γλώσσες. Ωστόσο, δεν ήταν απορροφημένη μόνο στα βιβλία και στο διάβασμα, αλλά παράλληλα έδινε λίγη από την ενέργειά της και στο μπάσκετ, πριν έρθει στη ζωή της το σκι.
Τελικά όμως, αποδείχτηκε πως είναι γεννημένη χιονοδρόμος και η αξία της αναγνωρίστηκε και σε διεθνές επίπεδο. Από το 2005 μέχρι σήμερα είναι χρυσή Πανελληνιονίκης. Μάλιστα, σε ηλικία 15 ετών συμμετείχε για πρώτη φορά το 2006, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τορίνο, ενώ το 2010 στο Βανκούβερ έγινε παγκόσμιο ρεκόρ συμμετοχής πατέρα και κόρης –ως αθλητές – στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Φέτος, στο Σότσι της Ρωσίας, η εντυπωσιακή Παναγιώτα Τσακίρη, ήταν η πρώτη που μπήκε στο στάδιο - κατά την τελετή έναρξης - ως σημαιοφόρος της ελληνικής ολυμπιακής ομάδας, σκορπίζοντας παντού λάμψη από το χαμόγελό της. Τη φετινή σεζόν αποφάσισε, να μην αγωνιστεί και να αφοσιωθεί στην οικογενειακή επιχείρηση, στηρίζοντας τη δουλειά των γονιών της και λέγοντας με αυτόν τον τρόπο ένα μεγάλο «ευχαριστώ» για όλες τις θυσίες τους.
Η 24χρονη πρωταθλήτρια του διάθλου, με τα καταγάλανα μάτια στοχεύει αποκλειστικά στη «Μ», χωρίς να αποχωρίζεται τα αγαπημένα της εφόδια, το όπλο και τα σκι. Απολαύστε την.
Πόσο δύσκολο είναι να ασχολείται μία ελληνίδα γυναίκα με το σκι, σε επαγγελματικό επίπεδο;
«Είναι πάρα πολύ δύσκολο, γιατί στην Ελλάδα δεν είναι παράδοση η χιονοδρομία και δεν έχουμε χιόνι πολλές μέρες το χρόνο. Οπότε, χρειάζεται ένα μεγάλο διάστημα για να ασκεί κανείς τη φυσική του κατάσταση, χρήματα για την κάλυψη των εξόδων και γενικά πολλές θυσίες. Επομένως, για να το κάνει κάποιος πρέπει να είναι συνειδητοποιημένος και να το αγαπάει».
Πως ήταν η συνεργασία με τον πατέρα σου, ως προπονητή - αλλά και ως συνεργάτη - στην οικογενειακή σας επιχείρηση;
«Ήταν δύσκολη και περίεργη, γιατί ο πατέρας μου είχε πολλούς ρόλους στη ζωή μου. Πατέρας, προπονητής, συνεργάτης στη δουλειά, οπότε συνέχεια διαφωνούσαμε, μαλώναμε, τα βρίσκαμε γιατί αναγκαζόμασταν να τα βρούμε. Όμως, αν θέλω να συνεχίσω στο ίδιο επίπεδο και να είμαι πετυχημένη, ο πατέρας μου πρέπει να παραμείνει ο πρώτος και ο τελευταίος προπονητής μου. Χάρη σ΄ αυτόν, έχω πετύχει σπουδαία πράγματα».
Από μικρή ηλικία σημείωσες μεγάλες επιτυχίες. Σε άλλαξε σαν άνθρωπο η δημοσιότητα;
«Ο πατέρας πάντα μου έλεγε, να μην « καβαλήσω ποτέ το καλάμι ». Οπότε, τρομοκρατήθηκα στην ιδέα να αλλάξω σαν άνθρωπος, να χάσω τους φίλους μου και να είμαι αντιπαθής. Πιστεύω, ότι έμεινα ίδια και δεν επηρεάστηκα από την δημοσιότητα».
Ποια προσόντα είναι απαραίτητα για το δίαθλο;
«Χωρίζεται σε δύο διαφορετικά αθλήματα: το σκι και την σκοποβολή. Επομένως, απαιτεί πολλές ώρες προπόνηση. Επιπλέον, χρειάζεται αντοχή και αερόβια ικανότητα, επειδή είναι και ο «βασιλιάς» των αερόβιων αγωνισμάτων. Ακόμη, δυνατά πόδια-πλάτη και τεχνική».
Ο χειμώνας είναι η αγαπημένη σου εποχή. Το καλοκαίρι τι κάνεις;
«Το καλοκαίρι ανυπομονώ, να κρυώσει ο καιρός, να χειμωνιάσει και να πέσουν τα πρώτα χιόνια. Ο χειμώνας είναι η εποχή μου και δε μπορώ να κάνω αυτό που αγαπώ, χωρίς αυτόν».
Ποιοι είναι οι επόμενοι στόχοι σου και μέχρι που θες να φτάσεις;
«Φέτος, θα είναι μια χρονιά, που θα μείνω εκτός αγωνιστικού σκι. Για να είμαι ειλικρινής, οι λόγοι είναι επαγγελματικοί, προσωπικοί και οικονομικοί. Δηλαδή, δεν πληρώνομαι σαν αθλήτρια του σκι και θέλω στα 24 μου, να εστιάσω στη δουλειά μου και στο πως θα την πάω παρακάτω. Οι γονείς μου έως τώρα ήταν οι μεγάλοι μου χορηγοί και δε μπορούν να το κάνουν αυτό για πάντα. Όσο για το προσωπικό θέμα, είναι ότι έκανα τόσες πολλές θυσίες από τα 15 μου, έχω 8 μέρες μόνο το καλοκαίρι για διακοπές και γενικά, έχω απομακρυνθεί από τις παρέες μου. Ο επόμενος σημαντικός στόχος μου είναι, να φτάσω 10άδα-20άδα σε ένα Ευρωπαϊκό Κύπελλο, κάτι εξαιρετικά δύσκολο. Όμως, για να το προσπαθήσω αυτό, πρέπει να τα παρατήσω όλα και να αφιερωθώ εξ’ ολοκλήρου, σωματικά και οικονομικά. Σίγουρα, όνειρο για μένα αποτελεί η Χειμερινή Ολυμπιάδα το 2018, στην Κορέα, στην οποία θα ήθελα να συμμετέχω όχι για κάποια επίδοση, αλλά για να ζήσω για τελευταία φορά όλο αυτό, μαζί με την αδερφή μου, η οποία ξεκίνησε το σκι με βλέψεις».
Παρακολουθείς άλλα αθλήματα;
«Αγαπώ πολύ το μπάσκετ, θαυμάζω τα κορίτσια του πόλο με τις τόσες επιτυχίες και επίσης, μου αρέσει η κωπηλασία. Γενικώς, προτιμώ τα πιο ιδιαίτερα αθλήματα, που δεν είναι τόσο δημοφιλή, όπως το ποδόσφαιρο».
Το μπάτζετ για την εκπροσώπηση της Ελλάδας
Με δεδομένες τις αντίξοες οικονομικές συνθήκες, τα έξοδα της όμορφης αθλήτριας είναι τεράστια και χρειάζονται γερές… τσέπες. Η ίδια επισημαίνει, ότι μόνο το όπλο της στοιχίζει 5.000 ευρώ, ενώ όλα τα υπόλοιπα εξαρτήματα πλησιάζουν τα 1.500 ευρώ. Για παράδειγμα, ένα ζευγάρι σκι κοστίζει 300 ευρώ, ενώ ένα ζευγάρι παπούτσια 100-120 ευρώ.
Επίσης, οι ειδικές στολές του σκι, τα σετ με ρούχα και οι σφαίρες ανέρχονται στα 1.200 ευρώ ετησίως. Από ’κει και πέρα, ένας χιονοδρόμος είναι απαραίτητο να ταξιδεύει πολλές φορές στο εξωτερικό, προκειμένου να προπονηθεί στις κατάλληλες εγκαταστάσεις, αφού η Ελλάδα δεν διαθέτει πίστες ρόλερ και πεδία βολής. Συνολικά, το μπάτζετ φτάνει περίπου τις 35.000-40.000 το χρόνο, μόνο για τα βασικά.
Η προπονητική βρίσκεται στα σχέδιά σου;
«Θα μπορούσα να γίνω προπονήτρια, αλλά πρέπει να βρω κίνητρα, για να φέρω τα παιδιά κοντά στο σκι. Μπορεί να ακούγεται σαν ειρωνεία, όμως δε ξέρω ποια κίνητρα να δώσω, για να κάνουν, αυτό που κάνω εγώ. Είναι δύσκολες οι εποχές, να δίνουν οι γονείς χρήματα για το σκι».