Ενας θρύλος που είχε ψηλά τον ΠΑΟΚ και το λαό του!
Θεωρώ τον εαυτό μου ευλογημένο, γιατί στην πολύχρονη διαδρομή μου στο χώρο της αθλητικογραφίας, ο Θεός με αξίωσε να «γνωρίσω», να θαυμάσω από κοντά, αλλά και να αλλάξω δυο κουβέντες (!!!) με κορυφαίες φυσιογνωμίες του ποδοσφαίρου. Προσωπικότητες και ινδάλματα που έγραψαν ιστορία και άφησαν πίσω τους υστεροφημίες που ξεπερνούν ακόμη και τα όρια του θρύλου.
Ο Φέρεντς Πούσκας Μπίρο (1-4-1927 έως 17-11-2006), ήταν ένας Ούγγρος ποδοσφαιριστής, μέλος της ομάδας τη Ρεάλ Μαδρίτης (1955-1967) και της ομολογουμένως καλύτερης εθνικής Ουγγαρίας όλων των εποχών. Με αυτό τον θρύλο , σαν από θαύμα (είτε από καθαρή σύμπτωση) βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο και πήρα μέρος σε μια ποδοσφαιρική συζήτηση που θα μου μείνει αξέχαστη. Διαβάστε το βιογραφικό του και την εκπληκτική καριέρα του και στο «κλείσιμο» του σημειώματος - σαν επίλογο - θα προσθέσω τι ακριβώς μου είπε για το ελληνικό ποδόσφαιρο και για τον ΠΑΟΚ.
«Ο Πούσκας ξεκίνησε την καριέρα του σε πολύ νεαρή ηλικία στην ουγγρική Κισπέστ-Χόνβεντ Βουδαπέστης όπου ο πατέρας του εργαζόταν ως προπονητής. Λέγεται πως σε ηλικία 12 ετων αγωνίστηκε για πρώτη φορά με την πρώτη ομάδα με το ψευδώνυμο Μίκλος Κόβατς όπου συνάντησε και τον μετέπειτα συμπαίκτη του Γιόζεφ Μπόκσιτς.
Το 1949, όταν την ομάδα του (Χόνβεντ) την ανέλαβε διοικητικά ο Ουγγρικός Στρατός, ο Πούσκας απέκτησε στρατιωτικό βαθμό και συγκεκριμένα τον βαθμό του Συνταγματάρχη. Από τότε έγινε γνωστός ως "Ο Καλπάζων Συνταγματάρχης".
Επίσης ένα άλλο προσωνύμιο που απέκτησε αργότερα, από τη θητεία του στη Ρεάλ Μαδρίτης, ήταν το "Πάντσο". Η (στρατιωτική πλέον) ομάδα της Χόνβεντ Βουδαπέστης πήρε από όλες τις άλλες ομάδες τους πιο ταλαντούχους παίκτες και έτσι ο Πούσκας έγινε συμπαίκτης με τα μετέπειτα μέλη της απίστευτης Εθνικής Ουγγαρίας του '50, Ζόλταν Τσίμπορ και Σάντορ Κόκτσιτς. Με την Χόνβεντ κατέκτησε 5 πρωταθλήματα Ουγγαρίας και ανεδείχθη πρώτος σκόρερ τα έτη 1947/48 (50 γκολ), 1949/50 (31 γκολ), 1950 (25 γκολ) και 1953 (27 γκολ). Το ρεκόρ του των 50 γκολ σε μια σεζόν το 1948 τον ανέδειξε επίσης πρώτο σκόρερ σε όλη την Ευρώπη.
Το 1956, μετά τα γεγονότα στην Ουγγαρία και την εισβολή των σοβιετικών στην Βουδαπέστη, εκπατρίστηκε μαζί με άλλους συμπαίκτες του και αρνούμενοι να επιστρέψουν ως διαμαρτυρία προς το καθεστώς.
Παίζοντας αρχικά κάποια ανεπίσημα παιχνίδια με την Εσπανιόλ Βαρκελώνης, το 1958 υπέγραψε τελικά στη Ρεάλ Μαδρίτης. Στη Μαδρίτη παρέμεινε μέχρι το τέλος της καριέρας του το 1966, πετυχαίνοντας 156 τέρματα σε 180 αγώνες, σαρώνοντας τους τίτλους τόσο στις εγχώριες όσο και στις διεθνείς διοργανώσεις (5 Πρωταθλήματα Ισπανίας, ένα Κύπελλο Ισπανίας, τρία Τσάμπιονς Λιγκ και ένα Διηπειρωτικό).
Με την Εθνική Ουγγαρίας είχε 85 συμμετοχές και 84 γκολ, ενώ αγωνίστηκε και 4 φορές με την Εθνική Ισπανίας χωρίς να καταφέρει να σκοράρει. Ως προπονητής είναι γνωστός στο ελληνικό κοινό, καθώς ανέλαβε το 1970 τον Παναθηναϊκό (έως το 1974), καταφέρνοντας να τον οδηγήσει στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1971. Επίσης, τη χρονιά 1978-79 ήταν προπονητής της ΑΕΚ.
Το 2000 γιατροί διέγνωσαν πως ο Πούσκας έπασχε από τη νόσο Αλτσχάιμερ. Διακομίστηκε σε νοσοκομείο της Βουδαπέστης τον Σεπτέμβριο του 2006. Απεβίωσε στις 17 Νοεμβρίου του 2006 από πνευμονία.
Το φέρετρό του μεταφέρθηκε από το Στάδιο Φέρεντς Πούσκας στην πλατεία Πλατεία Ηρώων για στρατιωτικό χαιρετισμό. Ένας από τους δρόμους στην πρωτεύουσα της Ουγγαρίας κοντά στο στάδιο Bozsik, στη Βουδαπέστη, μετονομάστηκε σε "Οδός Φέρεντς Πούσκας" ακριβώς ένα χρόνο μετά τον θάνατό του.
Με τη Χόνβεντ κατέκτησε 5 Πρωταθλήματα Ουγγαρίας (1949, 1950, 1952, 1954, 1955). Με τη Ρεάλ Μαδρίτης κατέκτησε 5 Πρωταθλήματα Ισπανίας (1961, 1962, 1963, 1964, 1965), ένα Κύπελλο Ισπανίας (1962). Αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ Ισπανίας 4 φορές (1960, 1961, 1963, 1964). Στο Τσάμπιονς Λιγκ 3 φορές τροπαιούχος (1959, 1960, 1966), 1 φορά φιναλίστ (1962), ενώ κατέκτησε και το Διηπειρωτικό κύπελλο (1960)».
Με τον «καλπάζοντα συνταγματάρχη», την τεράστια αυτή ποδοσφαιρική προσωπικότητα, τον θρύλο της παγκόσμιας ποδοσφαιρικής ιστορίας, συναντήθηκα – τυχαία – στο κατάστημα «BRUNO» στην Τσιμισκή ιδιοκτησίας του Σταύρου Λαζαρίδη, πρώην προέδρου του Απόλλωνα Καλαμαριάς, φίλου και κουμπάρου μου.
Ο «Πάντσο» μπήκε για… ψώνια και «κατέληξε» να αποδεχθεί (και μάλιστα πολύ πρόθυμα) την πρόταση του ιδιοκτήτη για έναν καφέ στο γραφείο του και αν γινόταν για μια μικρή συζήτηση γύρω από το ελληνικό ποδόσφαιρο.
Εκεί βρήκα την ευκαιρία να τον… «αγγίξω», να τον «ζήσω» για λίγα λεπτά από κοντά και να του εκφράσω τον απέραντο θαυμασμό μου και σεβασμό μου. Παράλληλα στην εξέλιξη της συζήτησης που ακολούθησε, ο ευγενής και ευπροσήγορος Φέρεντς δέχθηκε να απαντήσει σε κάποιες ερωτήσεις που αφορούσαν το ελληνικό πρωτάθλημα και την παρουσία του (τότε), σαν προπονητή στην ΑΕΚ.
Ο «Πάντσο» χαρακτήρισε το ποδόσφαιρο μας «εξελισσόμενο» και τις ομάδες να βρίσκονται σε ένα στάδιο μεταβατικό, το οποίο δυσκολευόταν και να το διαχειριστούν. Όταν έφτασε στο σημείο να συγκρίνει και να αξιολογήσει τους πρωταγωνιστές, εντύπωση προκάλεσε η επιμονή του να αναφερθεί όχι μια αλλά δύο φορές στη δυναμική του ΠΑΟΚ, εκφράζοντας συγχρόνως και το θαυμασμό του για την ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν οι ανεπανάληπτοι οπαδοί του στην Τούμπα.
Ο Φέρεντς Πούσκας είχε μόνο καλά λόγια να πει για τους Θεσσαλονικείς τους οποίους χαρακτήριζε με το δικό του τρόπο και σαν τη μόνη ομάδα που μπορούσε να προβληματίσει το ΠΟΚ. Στο μισάωρο που τον απολαύσαμε ζήσαμε στιγμές που εγώ δεν θα τις ξεχάσω ποτέ. Δεν είναι μικρό πράγμα να έχεις την ευκαιρία να…συναντάς ένα θρύλο και να μπορείς να εκφράζεις στον ίδιο ότι νιώθεις για αυτόν: Τον θαυμασμό και τον απέραντο σεβασμό σου.